fbpx

Πού χάθηκες, Μπερναντέτ; (Where’d you go, Bernadette?)

Είδαμε την νέα ταινία της Cate Blanchett. 

Η ταινία βασίζεται στο bestseller, Where’d You Go, Bernadette? της Μαρία Σέμπλε όπου η Bernadette Fox, την οποία υποδύεται η βραβευμένη με όσκαρ Cate Blanchett, αποτελεί μια τρυφερή μητέρα η οποία έχει θυσιάσει την επαγγελματική της καριέρα προς όφελος της οικογένειας της.  Όσο κι αν η υπόθεση σε κάνει να σχηματίσεις για εκείνη την άποψη πως δεν είναι παρά μια συντηρητική μητέρα και σύζυγος της αστικής τάξης που προσαρμόστηκε πλήρως στις νόρμες της ανδροκρατούμενης κοινωνίας, η ηρωίδα είναι πολλά περισσότερα απ΄ όσα συμπεραίνεις στην πρώτη ανάγνωση.

Η Bernadette ξεκίνησε μία ολιγόχρονη αλλά εξαιρετικά επιτυχημένη καριέρα ως αρχιτέκτονας διευθύνοντας σπουδαία project που την ανέδειξαν σε ίνδαλμα για τους συναδέλφους της αλλά και τους σύγχρονους φοιτητές της αρχιτεκτονικής. Ίσως να ήταν η ουτοπική διάσταση με την οποία αντιμετώπιζε το επάγγελμα της που εκπορευόταν από την ζωοποιό για εκείνη δύναμη του ή η εκτός μέτρου απογοήτευση με την οποία ήρθε αντιμέτωπη όταν κατάλαβε πως ο κόσμος δεν ενστερνίζεται την άποψη της για την τέχνη και την ιερότητα που αποδίδει η ίδια στα αρχιτεκτονικά της δημιουργήματα που την έκανε να “ξενερώσει” και να εγκαταλείψει την δυναμική καριερίστρια για χάρη της αφοσιωμένης συζύγου και μητέρας.

Είναι όμως τέτοια η φύση του καλλιτέχνη που όπως αποδεικνύεται από την ταινία δεν καταπιέζεται κι όταν στριμώχνεται κάτω από το χαλί θα βρει τον τρόπο για να σκοντάψεις έως ότου να θυμηθείς την ύπαρξη που έχεις καταχωνιάσει. Αυτό το στρίμωγμα της καλλιτεχνικής της φύσης μετατρέπει έπειτα από μια εικοσαετία την Bernadette σ΄ ένα πλάσμα αγοραφοβικό, νευρωτικό κι ενίοτε αντιπαθητικό. Και παρότι στα μάτια του θεατή, η Bernadette αποτελεί ένα άτομο εξαιρετικά ενδιαφέρον ώστε να το εξερευνήσεις, για τον σύζυγο και τον περίγυρο της πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο και χρειάζεται βοήθεια. Αρκεί ένα προγραμματισμένο οικογενειακό ταξίδι στην Ανταρκτική για να ξεσκεπάσει το πρόβλημα και τελικά να του δώσει λύση.

Η αλήθεια είναι πως όταν κοίταξα για πρώτη φορά την αφίσα της ταινίας πίστεψα πως αποτελεί την βιογραφία της Anna Wintour εξαιτίας του μεγάλου μαύρου σκελετού και του καστανού καρέ με την χαρακτηριστική φράντζα. Όταν πάλι ξεκινά η ταινία παρατηρείς μία Cate Blanchett που σου θυμίζει κάτι από  την Jasmine του ομώνυμου Blue Jasmine  σε μία ατμόσφαιρα που παραπέμπει σε Woody Allen εξαιτίας του δράματος που προσπαθεί να γίνει φάρσα. Από την πρώτη στιγμή αναρωτιέσαι τι λόγο είχε η Cate Blanchett να αποδεχθεί την πρόταση να πρωταγωνιστήσει σε μία ταινία που ούτε προβλέπεται να γίνει blockbuster, ούτε και της προσφέρει έναν ρόλο υψηλών απαιτήσεων. Πιθανολογώ πως το μόνο κίνητρο θα ήταν μια υποψηφιότητα της Ακαδημίας την οποία ακόμη κι η ίδια όταν είδε το τελικό αποτέλεσμα δεν θα έβαζε στοίχημα πως της ανήκει.

Στα θετικά της ταινίας θα συνυπολόγιζα τις όμορφες εικόνες από τα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά επιτεύγματα της ηρωίδας και το πελώριο διατηρητέο στο οποίο κατοικεί μέχρι το μεγαλείο της φύσης στην Ανταρκτική, ιδίως κατά τους τίτλους του φινάλε.  Όσον αφορά την αισθητική, η Cate Blanchett έχει αναπτύξει εδώ και χρόνια την υπερδύναμη να μην σου επιτρέπει να ξεκολλήσεις το βλέμμα σου από πάνω της κι εκείνο που αποδεικνύεται εντυπωσιακό είναι πως παραμένει κομψή ακόμη κι όταν περνά σκηνές της ταινίας φορώντας ένα χακί γιλέκο του ψαρά.

Εκτιμώ πως η ταινία αντιλαμβάνεται την μητρότητα και κατ΄ επέκταση την αγάπη μιας μητέρας για την κόρη της με εντελώς διαφορετικά κριτήρια από τα παραδοσιακά και την αποδοχή πως μία γυναίκα μπορεί να αποτελεί φύσει καριερίστρια και θέσει μητέρα. Συνεπώς, η οικογένεια μπορεί να καταστεί ένα μεγάλο κεφάλαιο στην ζωή μιας γυναίκας αλλά δεν δύναται από μόνο του να την “ολοκληρώσει” ή να την “γεμίσει” κι αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό, ακόμη κι αν οι γείτονες σε κοιτούν με στραβωμένο βλέμμα. Αποδέχομαι την θέση της ιστορίας πως μια καλλιτέχνιδα που δεν δημιουργεί μπορεί να καταλήξει επικίνδυνη για τον ίδιο της τον εαυτό αλλά και την κοινωνία αλλά δεν παύω να πιστεύω πως κάτι παρόμοιο ισχύει για κάθε άνθρωπο που αποκτά εμμονή με έναν τομέα της ζωής του παραμερίζοντας όλους τους υπόλοιπους, ακόμη κι αν αυτός είναι ο σημαντικότερος.

Κλείνοντας, δεν θα σε αποτρέψω από το να αγοράσεις το εισιτήριο σου για το “Πού χάθηκες, Μπερναντέτ;” αν και πιστεύω πως η μόνη περίπτωση να σε συγκινήσει η ταινία είναι να βρεις σημείο ταύτισης με την ηρωίδα είτε σαν άνθρωπος με τάσεις φυγής είτε σαν δημιουργικός τύπος που έπαψε να παράγει.

Ελευθέριος Βουτσάς